κακός

κακός
3 дурной, злой

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужна помощь с курсовой?

Смотреть что такое "κακός" в других словарях:

  • κακός, -ή — και ιά, ό επίρρ. ά 1. βλαβερός, δυσάρεστος, επιζήμιος: Να φυλάγεσαι από την κακιά την ώρα. 2. ελαττωματικός, ανάξιος, αδέξιος: Ο κακός μαθητής δεν προβιβάζεται. 3. πονηρός, χαιρέκακος: Αυτός είναι κακός άνθρωπος. 4. αυτός που γίνεται ή κάνει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κακός — bad masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακός — Μυθολογικό πρόσωπο της ρωμαϊκής μυθολογίας. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν μισός άνθρωπος και μισός σάτυρος. Γιος του Ηφαίστου και φοβερός ληστής, έβγαζε από το στόμα του φλόγες και καπνούς. Κατοικούσε σε μια σπηλιά στον λόφο του Αβεντίνου (ένας… …   Dictionary of Greek

  • Κακὸς κακὸν ἡγηλάζει… — См. Масть к масти подбирается …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κακά — κακός bad neut nom/voc/acc pl κακά̱ , κακός bad fem nom/voc/acc dual κακά̱ , κακός bad fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακίω — κακός bad neut acc comp pl κακός bad neut nom comp pl κακός bad masc/fem acc comp sg κᾱκίω , κηκίω gush pres subj act 1st sg (doric) κᾱκίω , κηκίω gush pres ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακώτερον — κακός bad adverbial comp (epic) κακός bad masc acc comp sg (epic) κακός bad neut nom/voc/acc comp sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακωτέρων — κακός bad fem gen comp pl (epic) κακός bad masc/neut gen comp pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακίονα — κακός bad neut nom/voc/acc comp pl κακός bad masc/fem acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακίους — κακός bad masc/fem nom/acc comp pl κακός bad masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακίστων — κακός bad fem gen pl κακός bad masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»